Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2012

«Γιε μου, μην ξεχάσεις να δώσεις για την Ελλάδα»

της Μαρίας Χατζηκώστα

Την Τρίτη το πρωί, προτού φύγει ο γιος σας για το σχολείο, υπενθυμίστε τον πως το έξτρα χαρτονόμισμα που του βάλατε στο πορτοφόλι είναι για την εκστρατεία που γίνεται για τους συνομηλικούς του στην Ελλάδα. Για τους αυριανούς συμφοιτητές του. Για τους μαθητές και τους φοιτητές που τη δεδομένη στιγμή βρέθηκαν στην ανάγκη του. Να μην ξεχάσει να το δώσει όταν περάσουν από την τάξη του να μαζέψουν. Αύριο - μεθαύριο ίσως βρεθεί κι αυτός σε ανάγκη, πιθανότητα στην ανάγκη τους.

Τα πράγματα είναι όσο ποτέ άλλοτε ρευστά. Την ευμάρεια που απολαύει σήμερα, πέστε του, να μη τη θεωρεί δεδομένη. Ούτε το χαρτζιλίκι του, ούτε τις φίρμες που φορά και «κάνει το κομμάτι του», ούτε καν το σημερινό εισόδημα των γονιών του.                                                             
Και θυμίστε του πως ζει σε ημικατεχόμενη πατρίδα. Ποιος μπορεί να του εγγυηθεί ότι δεν θα ζητήσει αυτός αύριο ή ο γιος του μεθαύριο μια ευκαιρία για να ζήσει - πού αλλού εκτός από τη… φτωχομάνα - εάν η κακιά η ώρα το φέρει και η μικρή Κύπρος δεχθεί για πολλοστή φορά στην ιστορία της μια ακόμα επίθεση των βαρβάρων; Μπορεί να μεγαλώνει ως ευρωπαίος πολίτης χώρας - μέλους της ΕΕ, πέστε του, αλλά αυτό δεν θα πει πως εξέλιπαν οι βάρβαροι. Τους συντηρούν, εξηγήστε του, οι πολιτισμένοι.
Και προτού τον χαιρετήσετε, γιατί η ώρα περνά και στο τσακ προλαβαίνει κάθε μέρα το κουδούνι, πείτε του πως το βράδυ έχετε να του πείτε μια ιστορία, που ίσως να μην έχει ακούσει ξανά. Μεγάλωσε πια και είναι καιρός να μάθει. Είναι καλό να γνωρίζει πως ο πατέρας του δεν γεννήθηκε φτασμένος. Έφτυσε αίμα για να τα καταφέρει. Και για να φτάσει εδώ πού έφτασε, να τελειώσει το λύκειο, να πάει πανεπιστήμιο και να γίνει αυτός που είναι, κάποτε χρειάστηκε ένα πουλόβερ για να μπορεί να διαβάζει χωρίς να κρυώνει, βιβλία για να ανοίξουν τα μάτια του και να γίνει άνθρωπος, πρωινό συσσίτιο στο σχολείο που τον κρατούσε όλη τη μέρα.                                                               
Μια από τις ημέρες εκείνες, μάλιστα, στην τσέπη του πουλόβερ που πήρε από πακέτο πρόσεξε κι ένα χαρτονόμισμα: Δραχμαί εκατόν. Ποιος να το έστελνε; Νέος, γέρος, παιδί ίσως; Δεν έμαθε ποτέ και ίσως να μην είχε, εν τέλει, καμία σημασία αυτό μπρος στην αξία της ανθρωπιάς που εξαργύρωνε με τις 100 εκείνες δραχμές. Σήμερα τις επιστρέφει μέσω του γιου του. Στο πολλαπλάσιο, ίσως, αλλά με την ίδια αξία. Εκείνη της ανθρωπιάς.
Σlive

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Διαβάστε επίσης

Διαβάστε επίσης